δικαστής

ὁ δικαστής, τοῦ судья

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δικαστής" в других словарях:

  • δικαστής — a judge masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστής — Όρος που στη συνήθη του έννοια σημαίνει τον δημόσιο λειτουργό, o οποίος αποτελεί μέλος της δικαστικής αρχής και με την ιδιότητά του αυτή έχει δικαστικές αρμοδιότητες. Αντίθετα, υπό στενή έννοια ο όρος αφορά τους δημόσιους λειτουργούς που είναι… …   Dictionary of Greek

  • δικαστής — [дикастис] ουσ. судья …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δικαστής — ο δημόσιος υπάλληλος που απονέμει δικαιοσύνη, που ασκεί τη δικαστική εξουσία σύμφωνα με τους νόμους του κράτους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δικασταῖς — δικαστής a judge masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικασταί — δικαστής a judge masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστοῦ — δικαστής a judge masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστῆ — δικαστής a judge masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστῇ — δικαστής a judge masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστήν — δικαστής a judge masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαστῶν — δικαστής a judge masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.